logo

fb youtube rss

Σύνδεση

Ήταν θέμα χρόνου! Όταν με την βοήθεια του αέρα, η σπίθα θα κατέτρωγε τη γόμωση του καλαμένιου αυτού συντηρητή σπίθας, αυτή θα άγγιζε την εύφλεκτη θειαφισμένη πίσσα, που δεν ήταν παρά ξεραμένο λάδι πέτρας, προκαλώντας ανάφλεξη και φωτιά. Απόσπασμα απ' το μυθιστόρημα του Μ. Καλόπουλου "Ο Μάγος που λυγισε το μέλλον".

Η ΑΛΗΘΕΙΑ σε όλο της το μεγαλείο βρίσκεται κρυμμένη στο

παρακάτω Link:

http://athens.indymedia.org/email_display.php3?lang=el&article_id=757499

............................

"Με το μακρύ τους ρούχο ν’ ανεμίζει σε κάθε πνοή του ανέμου, οι τρεις σκουροντυμένοι "άγγελοι" του θανάτου, διέσχιζαν αθόρυβα τους δρόμους τις πεντάπολης, αφήνοντας με τέχνη πίσω τους, μικρά, καυτά σπέρματα καταστροφής και θανάτου!

Ο άνεμος που φυσούσε ασταμάτητα, πίσω απ’ την πλάτη τους, ήταν ο καλύτερος σύμμαχος στη μαγική τους τέχνη!

Αν κάποιος μπορούσε να κοιτάξει από κοντά προσεκτικότερα τον εξοπλισμό τους, θα θαύμαζε την πανέξυπνη τεχνική τους!  

Στον έναν απ’ τους δυο σάκους που σταυρωτά είχαν περασμένους στους ώμους τους, κουβαλούσαν μικρούς καλαμένιους συντηρητές σπίθας. Δηλαδή, μικρά κομμένα καλάμια, στο μέγεθος σπιθαμής, που κατά μήκος τους, είχαν προσεκτικά αφαιρεθεί τρεις στενές λωρίδες, για να μπορεί να το διαπερνά από παντού ο αέρας.

Μέσα στο καλαμένιο αυτό κύλινδρο, υπήρχε πακτωμένο βαμβάκι, τρίχες, και αλλά δοκιμασμένα υλικά, αλειμμένα όλα μαζί με ελάχιστο κερί και λίπος! Ήταν ένας αρχαίος τρόπος μεταφοράς μιας άσβεστης σπίθας. Ένα πραγματικό αρχαίο βραδύκαυστο φιτίλι, που θα έσπερνε μια κόλαση φωτιάς στο πέρασμά τους!

Ο κύλινδρος αυτός, αναμμένος και εκτεθειμένος στον αέρα, μπορούσε να σιγοκαίει, μέχρι να κάψει ολόκληρο το υλικό του! Τέτοιους κυλίνδρους, έτοιμους, και πακτωμένους με το κατάλληλο υλικό, κουβαλούσαν αρκετούς στον έναν απ’ τους δυο σάκους, που κρεμόταν απ’ τον ώμο τους! 

Ο κάθε "πυρφόρος άγγελος", γνώριζε πολύ καλά την κάθε του κίνηση, και μπορούσε περπατώντας ακόμα, να ετοιμάζει τον επόμενο βραδύφλεκτο πυρπολητή του!

Με το ένα του χέρι λοιπόν, έβγαζε απ’ το ένα σακίδιο ένα τέτοιο καλαμένιο συντηρητή σπίθας και τον άναβε, ακουμπώντας τον απλά πάνω στον κύλινδρο που σιγόκαιγε ήδη στερεωμένος στη δερμάτινη θήκη, μπροστά στο στήθος του. Στη συνέχεια, απ’ τον άλλο σάκο, τραβούσε μια μικρή, μαύρη, μαλακιά σαν ζυμάρι μπάλα πίσσας, ανακατεμένη προσεκτικά με θειάφι, και έμπηγε πάνω της, την κάτω μυτερή άκρη του καλαμένιου βραδύφλεκτου εμπρηστή!

Στη συνέχεια, απλά περνώντας, κοντά απ’ τον επιλεγμένο στόχο, με μια μόνο κίνηση, χωρίς καν να σταματήσει, κολλούσε τον αναμμένο αυτόν βραδύφλεκτο πυρπολητή, στην εσωτερική πλευρά, οποιασδήποτε χαμηλής, χορταρένιας στέγης και προσπερνούσε!

Με την ίδια εκπληκτική άνεση, συνέχισαν περπατώντας γρήγορα ανάμεσα στα στενά της νυχτωμένης πόλης, διαλέγοντας προσεκτικά τα σημεία που θα άφηναν τα καυτά τους ίχνη! Το έργο τους δεν φαινόταν ιδιαίτερα δύσκολο, αφού αχυρένιες σκεπές, και στάβλοι υπήρχαν άφθονα παντού.

Ήταν θέμα χρόνου! Όταν με την βοήθεια του αέρα, η σπίθα θα κατέτρωγε τη γόμωση του καλαμένιου αυτού συντηρητή σπίθας, αυτή θα άγγιζε την εύφλεκτη θειαφισμένη πίσσα, που δεν ήταν παρά ξεραμένο λάδι πέτρας, προκαλώντας ανάφλεξη και φωτιά. Ο άνεμος θα ανελάμβανε τα υπόλοιπα! Όταν αυτό συμβεί, αυτοί, οι άγγελοι της συμφοράς, θα είναι ήδη πολύ μακριά, ώστε κανείς να μην μπορεί να συσχετίσει το πέρασμά τους, με την αφανιστική πυρκαγιά που θα ξεσπούσε πίσω τους! 

Οι τρεις "άγγελοι" γνώριζαν πολύ καλά, ότι η μαγεία είναι αποδοτική, μόνο όταν βρίσκεις τρόπους, αλλά και στόχους που την αναδεικνύουν. 

*

Ο Λωτ τα είχε χαμένα. Οι "άγγελοι" είχαν δίκιο. Τώρα πια, σε λίγο η περιοχή θα γέμιζε στρατιώτες, και ολόκληρη η πόλη θα γνώριζε ότι ο Λωτ ο Χαλδαίος και οι ξένοι φίλοι του, καταζητούνται για επιθετική μαγεία κατά των στρατιωτών.

Σίγουρα δεν μπορούσε να ξεκινήσει για τον καταυλισμό του θείου του Άβραμ, όχι μόνο γιατί έπρεπε πρώτα να περάσει απ’ την πύλη του Άφρακτου, που ήδη τον αναζητούσε, αλλά επειδή ακόμα κι αν τα κατάφερνε να περάσει απ’ την πύλη αυτή, εκεί, στου θείου του, είναι που πρώτα θα τον αναζητούσαν.

Έπρεπε λοιπόν να ξεκινήσουν αμέσως για τη Σηγώρ, για να σώσουν προσωρινά μόνο τη ζωή τους.

Οι "άγγελοι" είχαν δίκιο... αν φόρτωναν τα ζώα τους, και προσπαθούσαν νυχτιάτικα να μεταφέρουν την πολύτιμη οικοσκευή τους, αυτό θα ήταν μια κραυγαλέα αφορμή να τους προσέξουν, και σίγουρα δεν θα προλάβαιναν να κάνουν και πολύ δρόμο πριν τους αντιληφθούν.

Λοιπόν... πράγματι, δεν έπρεπε να πάρουν τίποτε μαζί τους, εκτός από τα άκρως απαραίτητα! Από αύριο, κάποιον τρόπο θα εύρισκε ο θείος του, να βοηθήσει στις ανάγκες τους!

«Σκεπάστε τα πρόσωπα σας και φεύγουμε αμέσως, χωρίς να πάρουμε τίποτε μαζί μας». Διέταξε αποφασιστικά ο Λωτ.

Η γυναίκα και οι δυο κόρες του, κλαίγοντας τον ακολούθησαν απρόθυμα! Όμως δεν πρόφτασαν να πάνε πολύ μακριά, όταν η γυναίκα του, που όλη αυτή την ώρα δεν είχε πάψει να σιγοκλαίει, τον πλησίασε και τραβώντας του δυνατά το μανίκι, τον ανάγκασε να σταματήσει!

«Άκουσε με», του είπε, με ασυνήθιστα ήρεμο αλλά και αποφασιστικό τόνο στη φωνή της. «Τόσα χρόνια ακολουθώ τις τρέλες σου χωρίς αντιρρήσεις, όμως απόψε, δεν θα το κάνω! Ήσουν πάντοτε απερίσκεπτος... αλλά αυτή τη φορά το παράκανες... σέρνεις νυχτιάτικα μαζί σου τρεις γυναίκες, χωρίς τα απαραίτητα, κι ούτε καν γνωρίζεις τι θα απογίνουμε! 

»Άκουσε με λοιπόν προσεκτικά! Μετά απ’ ό,τι συνέβη, οι στρατιώτες ψάχνουν εσένα, όχι όμως και μένα, μια απλή γυναίκα, που ούτε καν τη γνωρίζουν... Τώρα λοιπόν, πριν ακόμα συμβούν τα χειρότερα που σχεδιάζετε, θα επιστρέψω, και θα φορτώσω τα ζώα μας με τα πολύτιμα πράγματα που έχουμε ήδη ξεχωρίσει... Μια γυναίκα μόνη, δεν θα τραβήξει την προσοχή τους. Πάρε λοιπόν τα παιδιά και συνεχίστε... θα σας βρω στη Σηγώρ».

Ο Λωτ μουγκάθηκε! Άνοιξε δυο τρεις φορές το στόμα του, μα δεν κατάφερε να πει τίποτε! Ο τρόπος που του μίλησε, έδειχνε άνθρωπο αποφασισμένο και αμετάπειστο... και κατά βάθος, θαύμαζε την αυτοθυσία αυτής της γυναίκας!

Οι δυο κόρες της έπεσαν στην αγκαλιά της παρακαλώντας την να συνεχίσει! Εκείνη όμως, κοιτώντας ψυχρά τον Λωτ ψιθύρισε: «αφού ο πατέρας σας δεν έχει μυαλό... πρέπει εγώ, σαν μάνα, να κάνω το καθήκον μου»!   

Αγκάλιασε τις κόρες της στοργικά, ψιθυρίζοντας καθησυχαστικά λόγια αγάπης, τις φίλησε κι έφυγε τρέχοντας να προλάβει.

Οι έρημοι δρόμοι των Σοδόμων ήταν κατασκότεινοι. Η νύχτα αυτή ήταν προσεκτικά διαλεγμένη και ασέληνη, αλλά η Ιδίθ, γνώριζε τόσο καλά τους δρόμους της γειτονιάς της, που θα μπορούσε να φτάσει στο σπίτι τους, ακόμα και μέσα στο απόλυτο σκοτάδι! 

Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά, όταν χωρίς κανένα εμπόδιο, έφτασε δίπλα στο χαμηλό αχυρώνα τους. Όλα τα πολύτιμα πράγματά τους ήταν εκεί, απείραχτα όπως τα είχε αφήσει, και μπορούσε να τα φορτώσει στα υποζύγια του στάβλου τους, και να φύγει ανενόχλητη!

Ήταν όμως τόσο πολλά!

Για μια στιγμή στάθηκε αμήχανη, ανίκανη να αποφασίσει πια απ’ όλα έπρεπε να αποχωριστεί... «Δυστυχία μου» ψιθύρισε δακρύζοντας... Ήταν τόσα πολλά, όλα εκείνα που δεν ήθελε να αποχωριστεί, που για πρώτη φορά, και η ίδια άρχισε να υποθέτει, πως δεν θα κατάφερνε εύκολα να ξεκολλήσει από εκεί, πριν την προλάβουν οι εξελίξεις.

Αποφάσισε να τα φορτώσει όλα!

Δούλευε αποφασιστικά και γρήγορα, όμως η δουλειά της δεν ήταν καθόλου εύκολη! Όλα ήθελαν φόρτωμα και ζύγισμα στην πλάτη του ζώου, δέσιμο και προσεκτική στερέωση, κι αυτό... έπαιρνε χρόνο.

Ξαφνικά πρόσεξε ότι τα ζώα της ήταν ανήσυχα, σαν κάτι να τα αναστάτωνε. Έψαξε να βρει την αιτία, μα δεν έβλεπε κάτι που να δικαιολογεί αυτή την ανησυχία των ζώων!

Βάλθηκε να φορτώνει και να δένει τα δέματα, με πρώτες τις σκηνές του καταυλισμού και τα απαραίτητα οικιακά σκεύη, και όσα ακόμα πολύτιμα πράγματα νοικοκυριού είχε ξεχωρίσει, για την αποχώρηση τους απ’ τα Σόδομα!

Είχαν τόσα καινούργια χρήσιμα σκεύη και ευκολίες αποκτήσει εδώ στα Σόδομα, που και το τελευταίο μικρό πραγματάκι της φαινόταν πολύτιμο! Τι να πάρει και τι ν’ αφήσει...! Βασανιζόταν όλο ένα και περισσότερο, βλέποντας πόσο ήταν πραγματικά δεμένη με όλα αυτά τα μικροαντικείμενα, που δυστυχώς έπρεπε ν’ αφήσει πίσω της!

Όλη αυτή την ώρα, η συμπεριφορά των ζώων χειροτέρευε, όταν ξαφνικά η αιτία έγινε και σ’ εκείνη φανερή! Μια έντονη μυρωδιά καπνού την έπνιξε ξαφνικά, και μια δυνατή φλόγα ξεπήδησε δίπλα της απ’ την ίδια την οροφή του αχυρώνα της...

«Οι καταραμένοι "άγγελοι"... αυτοί το έκαναν» μουρμούρι­σε πικραμένη και έκπληκτη, «φεύγοντας... ξεκίνησαν τον εμπρησμό της πόλης, απ’ το ίδιο το σπίτι που τους φιλοξένησε»!  

Βάλθηκε για λίγο, να δει αν μπορεί να σβήσει τη φωτιά... Μάταιο, η φωτιά προχωρούσε ψηλά προς την οροφή, και για να τη δαμάσει χρειαζόταν άφθονο νερό και ανδρικά χέρια! Ο καπνός την έπνιγε. Έπρεπε να φύγει, με όσα είχε προλάβει να φορτώσει στα ζώα της.

Τράβηξε με κόπο, τρία απ’ τα ζώα που κατάφερε να φορτώσει, έξω απ’ τον φλεγόμενο στάβλο... και βρέθηκε περικυκλωμένη από ένα ολόκληρο πλήθος αναστατωμένων γειτόνων, που είχαν ήδη σπεύσει απ’ τα γύρω σπίτια, να δουν πως θα περιορίσουν τις επικίνδυνες και γι’ αυτούς φλόγες!

Κάποιοι ήδη κουβαλούσαν νερό και κάποιοι άλλοι κατέβαζαν κομμάτια απ’ τη φλεγόμενη οροφή στο χώμα. Η Ιδίθ με το ζόρι συγκρατούσε τα φορτωμένα ζώα της...

Το κακό δεν άργησε να ολοκληρωθεί, όταν μια φάλαγγα στρατιωτών, κατέφθασε εκείνη τη στιγμή τρέχοντας!

Στιβαρά χέρια στρατιωτών την άρπαξαν αμέσως, και την καθήλωσαν σε μια στοίβα ξύλα. Η Ιδίθ προαισθανόταν πια το τέλος των εξελίξεων, κι ένα γοερό κλάμα την κυρίεψε!

Το όνειρο της, να φύγει απ’ την καταδικασμένη αυτή πόλη, περισώζοντας κάτι απ’ το αγαπημένο νοικοκυριό της, είχε καταρρεύσει. Από πάνω της στεκόταν ήδη έναν κουτσός Σοδομίτης αξιωματικός, που ουρλιάζοντας κατακόκκινος από θυμό, την ρωτούσε που είναι ο Λωτ, ο άνδρας της, και γιατί έπιασε φωτιά ο αχυρώνας!

Ευχαρίστως θα ομολογούσε προς τα που πήγαι­νε, εκείνος ο άχρηστος άνδρας της, ο Λωτ, και ποιος ο ρόλος των "μοχθηρών αγγέλων", αλλά μαζί του, ήταν τα δυο της αγαπημένα κορίτσια! Η Ιδίθ ένιωσε τον τρόμο να θεριεύει μέσα της, και ξέσπασε ξανά σε αναφιλητά. 

Ξαφνικά, τα χέρια που την κρατούσαν, χαλάρωσαν, ο όχλος γύρω της αραίωσε, και προς στιγμή όλοι βουβάθηκαν! Κανείς πια δεν έριχνε νερό στην καλαμένια σκεπή του αχυρώνα της, κι όλοι μαζί, γεμάτοι έκπληξη κοιτούσαν ανατολικά, εκεί προς το κέντρο της πόλης... εκεί που υπήρχαν οι περίλαμπροι ναοί τους, αλλά και πολλές, καινούργιες αναλαμπές φωτιάς!

Τώρα πια οι Σοδομίτες είχαν εξαγριωθεί για τα καλά! Μέσα στη σκοτεινή νύχτα, έβλεπαν εμβρόντητοι καινούργιες εστίες φωτιάς να ξεπηδούν απ’ το πουθενά, και να ζώνουν τα σπίτια της βαθιά νυχτωμένης πόλης!

Κανείς απ’ τους στρατιώτες και τους Σοδομίτες γύρω της, δεν αμφέβαλε πια, πως ζούσαν μια φρικτή νύχτα εμπρηστών!

Ο Άφρακτος κοιτούσε αποσβολωμένος!

Πάλι δεν πρόλαβε τις εξελίξεις! Οι φήμες που ήθελαν τον Λωτ, και τους φιλοξενούμενούς του, να είναι οι οργανωμένοι εμπρηστές, ολόκληρης της πόλης, γινόταν οδυνηρή πραγματικότητα μπροστά στα έκπληκτα μάτια του!

Ο αέρας ήταν ο καλύτερος σύμμαχος των εμπρηστών και οι εστίες φωτιάς πολλές, κι ολοένα πλήθαιναν... μια τέτοια μεθοδευμένη καταστροφή, ήταν αδύνατον να την ελέγξουν! Οι εμπρηστές χτύπησαν οργανωμένα, μεθοδικά και αλύπητα!

Όταν οι οργισμένες κραυγές επέστρεψαν πάνω απ’ την Ιδίθ, ήταν πια γεμάτες κατάρες και λυσσασμένη αγανάκτηση. Με ασυγκράτητη οργή, αμέτρητα χέρια έπεσαν πάνω στη μικρόσωμη γυναίκα, που έκλαιγε γοερά. Κάποιοι την απέσπασαν βίαια απ’ τα χέρια των στρατιωτών, και χωρίς κανείς να μπορέσει να τους συγκρατήσει, την έσυραν και με δύναμη την πέταξαν ζωντανή, μέσα στον ίδιο τον δικό της φλεγόμενο αχυρώνα!

Η μικρόσωμη Ιδίθ, πνιγμένη απ’ τον πυκνό καπνό, σωριάστηκε πάνω στα φλεγόμενα δέματα, του νοικοκυριού της! Με τις τελευταίες αναλαμπές του μυαλού της, ταξίδεψε κοντά στα αγαπημένα της παιδιά. Τουλάχιστον αυτά... θα τα κατάφερναν άραγε να ξεφύγουν απ’ τα απανωτά λάθη του μεθύστακα πατέρα τους;

Φλεγόμενη ολόκληρη η οροφή του αχυρώνα κατέρρευσε πάνω στη μικρόσωμη Ιδίθ, που ένιωσε την καυτή ανάσα του θανάτου να την τυλίγει!

*

Ο Λωτ έπαψε να κοντοστέκεται αναποφάσιστος, και με τα δυο του κορίτσια, άρχισαν να πια να τρέχουν ανάμεσα στα σπίτια των Σοδόμων. Στο βάθος πίσω τους, απόκοσμες λάμψεις είχαν αρχίσει να φωτίζουν την κατασκότεινη νύχτα! Σε λίγο τεράστιες σκιές θανάτου, άρχισαν να πλανιόνται πάνω απ’ την πόλη. Ο αέρας ήταν φορτωμένος με βαριά μυρωδιά καπνού, που άρχισε να τους ζώνει σχεδόν από παντού!

Αυτοί οι πυρπολητές "άγγελοι", ήταν εκπληκτικοί! Τελικά, θα έκαναν πράγματι στάχτη τέσσερις ολόκληρες πόλεις, σε μια μόνο νύχτα!

Χωρίς να καταλαβαίνει το πως συμβαίνει, ο Λωτ έβλεπε να ξεσπούν παντού πυρκαγιές! Ακριβώς δίπλα τους, άναβαν απ’ το πουθενά φωτιές, τρομάζοντας τα λαχανιασμένα κορίτσια του! Λες και κάποιος θυμωμένος θεός, πετούσε πράγματι φωτιές απ’ τον ουρανό!

Γύρισε και κοίταξε προς τη μεριά του σπιτιού τους. Εκεί ήταν που λαμπάδιασε πρώτα... θα ξανάβλεπε άραγε ποτέ τη γυναίκα του, ή μήπως την πρόλαβαν ήδη οι φλόγες!

{backbutton}