logo

fb youtube rss

Σύνδεση

 

 

ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ: "Επιστολή προς Μενοικέα"

" Όσο είναι κανείς νέος ας μην αναβάλλει για το μέλλον τη φιλοσοφία, μα κι όταν γεράσει ας μην βαριέται να φιλοσοφεί. Γιατί για κανέναν δεν είναι ποτέ νωρίς και ποτέ αργά για ότι έχει να κάνει με την υγεία της ψυχής του. Κι όποιος λέει πως δεν ήρθε ακόμα η ώρα για φιλοσοφία ή ότι πέρασε πια ο καιρός, μοιάζει με άνθρωπο που λέει πως δεν είναι ώρα τώρα για την ευτυχία ή πως δεν έμεινε πια καιρός γι' αυτήν.

Πρέπει, λοιπόν, να φιλοσοφεί και ο γέρος και ο νέος: ο ένας ώστε καθώς γερνά, να νιώθει νέος μες στα αγαθά που του προσφέρει η χάρη των περασμένων ενώ ο άλλος, αν και νέος, να είναι συνάμα και ώριμος, αφού δεν θα 'χει αγωνία για το αύριο. Χρειάζεται, λοιπόν, να στοχαζόμαστε τα όσα φέρνουν την ευδαιμονία, αφού όταν την έχουμε, έχουμε τα πάντα, κι όταν τη στερούμαστε κάνουμε τα πάντα για να την αποκτήσουμε.

Να πράττεις και να μελετάς αυτά που συνεχώς σου παράγγελνα, θεωρώντας τα ως βασικές αρχές του καλώς ζην.

Πρέπει να 'χουμε κατά νου ότι από τις επιθυμίες άλλες είναι φυσικές και άλλες μάταιες. Από τις φυσικές, πάλι, άλλες είναι αναγκαίες κι άλλες απλώς φυσικές. Τέλος, ορισμένες από τις αναγκαίες επιθυμίες μας είναι δεμένες με την ευδαιμονία μας, άλλες με την ευεξία του σώματος μας κι άλλες με την ίδια μας την επιβίωση. Αν τα μελετήσουμε αυτά χωρίς ψευδαισθήσεις, θα είμαστε σε θέση να ανάγουμε κάθε επιλογή και κάθε αποφυγή μας στην υγεία του σώματος και στην γαλήνη της ψυχής, μιας και αυτά είναι ότι έχει να σου προσφέρει μια ευτυχισμένη ζωή.

Γιατί όλα γι' αυτό τα κάνουμε: για να μη πονούμε και για να μη μας ταράζει τίποτα. Απαξ και το εξασφαλίσουμε αυτό, κοπάζει η φουρτούνα της ψυχής, αφού το έμψυχο ον δεν έχει λόγο να περιπλανηθεί αναζητώντας κάτι άλλο, αναγκαίο για να συμπληρώσει την ευεξία της ψυχής και του σώματος. Γιατί τότε μόνο έχουμε ανάγκη από την ηδονή, όταν η απουσία της μας κάνει να υποφέρουμε. Ενώ όταν τίποτα δεν ζορίζει την ψυχή μας, δεν έχουμε ανάγκη να την επιδιώξουμε.

Και γι' αυτό λέω πως η ηδονή είναι αρχή και σκοπός του μακαρίως ζην: γιατί αναγνώρισα ότι είναι το πρωταρχικό και συγγενικό με τη φύση μας αγαθό και ότι αυτή είναι η αφετηρία για κάθε επιλογή και για κάθε αποφυγή μας, και ότι σ' αυτήν καταλήγουμε πάλι, όταν αποτιμάμε το κάθε αγαθό, έχοντας ως κριτήριο το τι αισθανόμαστε. Κι ακριβώς επειδή είναι το πρωταρχικό και σύμφυτο μ' εμάς αγαθό, για τούτο δεν επιλέγουμε αδιακρίτως κάθε ηδονή, αλλά συμβαίνει ορισμένες φορές να γυρίζουμε την πλάτη μας σε πολλές ηδονές, όταν τα προβλήματα που προκαλούν αυτές οι ηδονές είναι για μας μεγαλύτερα και υπάρχουν, από την άλλη, πολλοί πόνοι που τους θεωρούμε προτιμότερους από τις ηδονές, εφόσον η ηδονή που θα ακολουθήσει άμα τους υπομείνουμε για κάμποσο θα είναι για μας μεγαλύτερη. Κάθε ηδονή λοιπόν, ακριβώς επειδή η φύση της μας είναι συγγενική, είναι καλό πράγμα δεν συμβαίνει όμως να επιλέγουμε αδιακρίτως κάθε ηδονή. Ακριβώς όπως κάθε πόνος είναι κακό πράγμα κι ωστόσο δεν είναι όλοι οι πόνοι τέτοιοι που να μπορούμε να τους αποφεύγουμε.

Είναι καθήκον μας, εντούτοις, να τα κρίνουμε όλα αυτά παραβάλλοντας και συγκρίνοντας το ένα με το άλλο και εξετάζοντας προσεκτικά τι συμφέρει και τι όχι. Γιατί ορισμένες φορές μεταχειριζόμαστε το αγαθό ως κακό και αντιστρόφως.

Το να αρκείται κανείς σ' αυτά που έχει, το θεωρώ πολύ σπουδαίο αγαθό: όχι για να περιοριζόμαστε σώνει και καλά στα λίγα, αλλά για να αρκούμαστε στα λίγα όταν μας λείπουν τα πολλά με τη γνήσια πεποίθηση ότι την πολυτέλεια την απολαμβάνουν πολύ καλύτερα οι άνθρωποι που δεν την έχουν και τόσο ανάγκη, και ότι τα φυσικά πράγματα, όλα, μπορεί εύκολα να τα αποκτά κανείς, ενώ το περιττό το αποκτάς δύσκολα" ότι μια σκέτη σούπα θα σου δώσει ίση ευχαρίστηση με ένα πολυτελές γεύμα, όταν έχει φύγει όλο το δυσάρεστο αίσθημα από την έλλειψη τροφής και ότι το ψωμί και το νερό δίνουν τη μεγαλύτερη ηδονή όταν προσφέρονται σε κάποιον που τα έχει ανάγκη. Το να συνηθίζει λοιπόν κανείς στον απλό τρόπο ζωής κι όχι στην πολυτέλεια, δεν βοηθά μόνο την υγεία αλλά κάνει επίσης τον άνθρωπο ικανό να αντεπεξέρχεται με αποφασιστικότητα στις αναγκαίες ενασχολήσεις της ζωής' μας κάνει να το ευχαριστιόμαστε περισσότερο όταν, αραιά και πού, παίρνουμε μέρος σε πολυτελή γεύματα και μας προετοιμάζει να σταθούμε άφοβοι μπρος στα παιχνίδια της τύχης.

Όταν λοιπόν υποστηρίζουμε ότι σκοπός είναι η ηδονή, δεν εννοούμε τις ηδονές των ασώτων και των αισθησιακών απολαύσεων, όπως νομίζουν κάποιοι από άγνοια κι επειδή διαφωνούν μαζί μας ή παίρνουν στραβά τα λόγια μας, αλλά εννοούμε το να μην υποφέρει κανείς σωματικούς πόνους και το να μην είναι η ψυχή του ταραγμένη. Γιατί τη γλυκιά ζωή δε μας την προσφέρουν τα φαγοπότια κι οι διασκεδάσεις, ούτε οι απολαύσεις με αγόρια και γυναίκες, ούτε τα ψάρια και τα άλλα εδέσματα που προσφέρει ένα πολυτελές τραπέζι, αλλά ο νηφάλιος στοχασμός, αυτός που ερευνά τα αίτια κάθε προτίμησης μας ή κάθε αποφυγής μας, και αποδιώχνει τις δοξασίες που με τόση σύγχυση γεμίζουν την ψυχή μας.

Αφετηρία για όλα αυτά, και μέγιστο αγαθό συνάμα, είναι η φρόνηση. Γι' αυτό και είναι πολυτιμότερη η φρόνηση κι από τη φιλοσοφία ακόμα, γιατί απ' αυτήν απορρέουν όλες οι αρετές: η φρόνηση που μας διδάσκει ότι δεν είναι δυνατόν να ζει κανείς χαρούμενα αν η ζωή του δεν έχει γνώση, ομορφιά και δικαιοσύνη, κι ούτε πάλι μπορεί να 'χει η ζωή του γνώση, ομορφιά και δικαιοσύνη αν δεν έχει και χαρά. Γιατί οι αρετές αυτές είναι σύμφυτες με το να ζει κανείς ευτυχισμένα, κι η ευτυχισμένη ζωή είναι αξεχώριστη από τις αρετές.

Ποιον άραγε θεωρείς καλύτερο από εκείνον που έχει αγνή και καθάρια γνώμη για τους θεούς και που 'χει ξεπεράσει τελείως το φόβο του θανάτου; Που έχει αναλογιστεί το σκοπό που έθεσε η φύση, που έχει αντιληφθεί πόσο εύκολα αγγίζει κανείς και κατακτά το όριο των καλών πραγμάτων και πόσο μικρή είναι η διάρκεια ή η ένταση των κακών. Εκείνον που κοροϊδεύει την Αναγκαιότητα -που κάποιοι την παρουσιάζουν ως την απόλυτη εξουσιάστρια των πάντων-, και βεβαιώνει ότι άλλα πράγματα συμβαίνουν αναγκαστικά, άλλα οφείλονται στην τύχη, άλλα όμως περνούν από το χέρι μας γιατί το βλέπει ότι η αναγκαιότητα δεν φέρει ουδεμία ευθύνη κι η τύχη είναι άστατη, όμως εκείνο που εξαρτάται από εμάς είναι ελεύθερο και φυσικά επιδέχεται τη μομφή όσο και τον έπαινο.

Αλλά και την Τύχη, ένας τέτοιος άνθρωπος δεν τη θεωρεί θεά όπως κάνουν οι πολλοί αφού από ένα θεό τίποτα δεν γίνεται άτακτα. Ούτε την θεωρεί ως αστάθμητη αιτία όλων των πραγμάτων γιατί δεν πιστεύει ότι από την τύχη δίνεται στους ανθρώπους το καλό ή το κακό ως προς την ευτυχία τους. Πιστεύει ότι η τύχη είναι απλώς μια αφετηρία για μεγάλα καλά ή μεγάλα δεινά. Πιστεύει πως είναι καλύτερα να ατυχήσει μετά από σωστή σκέψη παρά να σταθεί τυχερός όντας παράλογος. Γιατί στις ανθρώπινες πράξεις καλύτερα να πάει στραβά κάτι το οποίο βασίστηκε σε σωστή κρίση παρά να πετύχει ένας σκοπός που δεν τέθηκε με σωστή κρίση.

Αυτά λοιπόν, κι όσα σχετίζονται μαζί τους, να τα στοχάζεσαι μέρα και νύχτα, μόνος σου ή με κάποιον σαν και σένα, και ποτέ σου δεν πρόκειται να ταραχτείς, είτε στον ύπνο σου είτε στον ξύπνιο σου και θα ζήσεις σαν θεός ανάμεσα σε ανθρώπους. Γιατί δεν μοιάζει με θνητό ζώο ο άνθρωπος που ζει μέσα σε αθάνατα αγαθά.

Πρώτα-πρώτα, το θεό να τον θεωρείς ως ένα ον άφθαρτο και μακάριο, όπως μας τον παρουσιάζει η κοινή σε όλους τους ανθρώπους παράσταση του. Μην του προσάπτεις τίποτα το άσχετο με την αφθαρσία και αταίριαστο με τη μακαριότητα του. Πίστευε, αντίθετα, σε οτιδήποτε μπορεί να διαφυλάξει τη μακαριότητα και την αφθαρσία του.

Οι θεοί υπάρχουν, μιας και η γνώση που έχουμε γι' αυτούς είναι ολοκάθαρη. Δεν είναι όμως τέτοιοι όπως τους φαντάζεται ο πολύς ο κόσμος. Γιατί ο κόσμος δεν κρατά ακέραιη την αρχική παράσταση των θεών. Ασεβής δεν είναι αυτός που βγάζει από τη μέση τους θεούς στους οποίους πιστεύει ο πολύς κόσμος, ασεβής είναι αυτός που αποδίδει στους θεούς τις δοξασίες των πολλών. Οι απόψεις του κόσμου για το θεό δεν είναι ξεκάθαρες προλήψεις αλλά ψευδείς δοξασίες. Από δω και η ιδέα ότι οι θεοί προκαλούν στους κακούς τα μεγαλύτερα δεινά και ότι ευεργετούν τους καλούς. Διότι οι άνθρωποι είναι εξοικειωμένοι με τις δικές τους αρετές και αποδέχονται τους όμοιους των ενώ το διαφορετικό το θεωρούν ξένο και εχθρικό.

Κοίτα να συνηθίσεις στην ιδέα ότι ο θάνατος για μας είναι ένα τίποτα. Κάθε καλό και κάθε κακό βρίσκεται στην αίσθηση μας όμως θάνατος σημαίνει στέρηση της αίσθησης. Γι' αυτό η σωστή εκτίμηση ότι ο θάνατος δεν σημαίνει τίποτα για μας, μας βοηθά να χαρούμε τη θνητότητα του βίου: όχι επειδή μας φορτώνει αμέτρητα χρόνια αλλά γιατί μας απαλλάσσει από τον πόθο της αθανασίας. Δεν υπάρχει, βλέπεις, τίποτα το φοβερό στη ζωή του ανθρώπου που 'χει αληθινά συνειδητοποιήσει ότι δεν υπάρχει τίποτα το φοβερό στο να μη ζεις. Άρα είναι ανόητος αυτός που λέει ότι φοβάται το θάνατο, όχι γιατί θα τον κάνει να υποφέρει όταν έρθει αλλά επειδή υποφέρει με την προσδοκία του θανάτου.

Γιατί ότι δεν σε στεναχωρεί όταν είναι παρόν, δεν υπάρχει λόγος να σε στεναχωρεί όταν το προσδοκείς. Το πιο ανατριχιαστικό, λοιπόν, από τα κακά, ο θάνατος, είναι ένα τίποτα για μας, ακριβώς επειδή όταν υπάρχουμε εμείς αυτός είναι ανύπαρκτος, κι όταν έρχεται αυτός είμαστε ανύπαρκτοι εμείς. Ο θάνατος λοιπόν δεν έχει να κάνει ούτε με τους ζωντανούς ούτε με τους πεθαμένους, αφού για τους ζωντανούς δεν υπάρχει, ενώ οι τελευταίοι δεν υπάρχουν πια. Βέβαια, οι πολλοί άλλοτε πασχίζουν ν' αποφύγουν το θάνατο σαν να 'ναι η πιο μεγάλη συμφορά, κι άλλοτε τον αποζητούν για ν' αναπαυθούν από τα δεινά της ζωής.

Απεναντίας ο σοφός ούτε τη ζωή απαρνιέται ούτε την ανυπαρξία φοβάται. Γιατί δεν του είναι δυσάρεστη η ζωή αλλά ούτε και θεωρεί κακό το να μη ζει. Κι όπως με το φαγητό δεν προτιμά σε κάθε περίπτωση το πιο πολύ μα το πιο νόστιμο, έτσι και με τη ζωή: δεν απολαμβάνει τη διαρκέστερη μα την ευτυχέστερη. Κι είναι αφελής όποιος προτρέπει τον νέο να ζει καλά και τον γέρο να δώσει ωραίο τέλος στη ζωή του* όχι μόνο γιατί η ζωή είναι ευπρόσδεκτη αλλά γιατί το να ζεις καλά και να πεθαίνεις καλά είναι μία και η αυτή άσκηση. Όμως πολύ χειρότερος είναι εκείνος που λέει πως καλό είναι να μη γεννηθείς «αλλά μιας και γεννήθηκες, βιάσου να διαβείς τις πύλες του Άδη» Αν το λέει επειδή το πιστεύει, γιατί δεν αποσύρεται από τη ζωή; Στο χέρι του είναι να το κάνει, αν το 'χει σκεφτεί σοβαρά. Αν πάλι το λέει στ' αστεία, είναι ελαφρόμυαλος σε πράγματα που δεν σηκώνουν αστεία.

Πηγή: «ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ» Εκδόσεις ΘΥΡΑΘΕΝ


                                                                                                              
"Ό,τι φρονούν οι πολλοί για τους θεούς (το θείο) δεν είναι γνώση αλλά προλήψεις, που πρεσβεύουν ότι στους κακούς προκαλούνται από τους θεούς οι μεγαλύτερες βλάβες και στους καλούς οι ωφέλειες. Γιατί επειδή οι άνθρωποι είναι εξοικειωμένοι με τις δικές τους αρετές αποδέχονται όλους τους όμοιους και θεωρούν ξένο κάθε τι διαφορετικό.

Κοίταξε να συνηθίσεις με την ιδέα, πως ο θάνατος δεν είναι τίποτα για εμάς, επειδή κάθε καλό και κάθε κακό το νοιώθουμε με τις αισθήσεις, ενώ θάνατος είναι να στερηθείς την αίσθηση. Γι' αυτό η σωστή γνώση, πως ο θάνατος δεν σημαίνει τίποτα για εμάς, μας κάνει να χαρούμε την πρόσκαιρη ζωή μας, όχι επειδή μας φορτώνει ατελείωτα χρόνια, αλλά επειδή μας αφαιρεί τον κόπο της αθανασίας. Γιατί δεν υπάρχει τίποτα φοβερό στη ζωή του ανθρώπου
που έχει καταλάβει, ότι δεν περιμένει τίποτα το φοβερό αυτόν που παύει να ζει. Επομένως, ανόητος είναι εκείνος,
ο οποίος λέει ότι φοβάται το θάνατο, όχι γιατί θα τον κάνει να υποφέρει όταν θα έρθει, αλλά γιατί τον στενοχωρεί
το ότι θα έρθει. Γιατί εκείνο που δεν μας ενοχλεί όταν είναι μπροστά μας, άδικα μας στενοχωρεί όταν το περιμένουμε.

Το πιο φρικιαστικό, λοιπόν, από τα κακά, ο θάνατος, δεν είναι τίποτα για εμάς, γιατί ακριβώς, όταν εμείς υπάρχουμε, ο θάνατος δεν υπάρχει. Όταν ο θάνατος είναι παρών τότε εμείς δεν υπάρχουμε. Επομένως, ούτε με τους ζωντανούς έχει σχέση ούτε με τους πεθαμένους, γιατί ακριβώς για τους ζωντανούς δεν υπάρχει (ο θάνατος), οι δε πεθαμένοι δεν υπάρχουν (όταν έλθει). Ο πολύς όμως κόσμος άλλοτε αποφεύγει τον θάνατο σα μέγιστο κακό, κι άλλοτε τον επιδιώκει σαν ανάπαυση των δυσκολιών της ζωής.

Ο σοφός όμως ούτε εγκαταλείπει τη ζωή, ούτε φοβάται
το να μη ζει, γιατί δεν θεωρεί κακό το να μη ζει, ούτε
του είναι πόθος το να ζει. Γιατί όπως συμβαίνει με το φαγητό, δεν διαλέγει το περισσότερο, αλλά το πιο νόστιμο, έτσι και στη ζωή δεν ζητάει τον περισσότερο χρόνο, αλλά τον πιο ευχάριστο.

Αυτός λοιπόν που παραγγέλει στον νέο να ζει καλά, ενώ τον γέροντα να έχει καλά γεράματα είναι ανόητος, όχι μόνο
γιατί η ζωή έχει τις χάρες της αλλά και γιατί αυτές είναι
η μελέτη του... να ζει κανείς καλά και να πεθαίνει καλά. Αλλά πολύ χειρότερος είναι και εκείνος που λέει:
καλό είναι να μην γεννηθεί ο άνθρωπος, αφού όμως
γεννήθηκε να περάσει τις πύλες του Άδη όσο μπορεί γρηγορότερα. Γιατί αν αυτό το λέει επειδή το πιστεύει,
πως λοιπόν δεν φεύγει από τη ζωή; γιατί αυτό του είναι εύκολο, εάν βέβαια το έχει πάρει απόφαση. Εάν όμως
το λέει κοροϊδεύοντας, είναι απερίσκεπτος σε πράγματα
που δεν επιδέχονται αστεία.

Πρέπει επίσης να θυμόμαστε ότι το μέλλον ούτε είναι
εξ ολοκλήρου δικό μας, ούτε δεν είναι. Ώστε να μην περιμένουμε ότι σίγουρα θα είναι δικό μας, ούτε εξ ολοκλήρου να απελπιζόμαστε ότι δεν θα είναι.

Θα πρέπει να αναλογιστούμε και ότι από τις επιθυμίες, άλλες είναι φυσικές και άλλες μάταιες και από τις φυσικές άλλες είναι αναγκαίες και άλλες μονάχα φυσικές. Από τις αναγκαίες επιθυμίες, άλλες είναι απαραίτητες για την ευδαιμονία, άλλες για την ανάπαυση του σώματος και άλλες για την ίδια τη ζωή. Η χωρίς πλάνη μελέτη αυτών μας οδηγεί στο να ανάγουμε κάθε προτίμηση και κάθε αποφυγή στην υγεία του σώματος και στην αταραξία της ψυχής,
εφ' όσον αυτός είναι ο σκοπός της μακάριας ζωής.

Γιατί όλα γι' αυτό τα κάνουμε, για να μην πονάμε και για να μην ταραζόμαστε. Άπαξ και τούτο διασφαλιστεί για εμάς, γαληνεύει η βαρυχειμωνιά της ψυχής, διότι ο άνθρωπος
δεν έχει πια ανάγκη να τρέξει να κυνηγήσει κάτι για
να συμπληρώσει την ευεξία της ψυχής και του σώματος.
Γιατί τότε μόνο χρειαζόμαστε την ηδονή, όταν υποφέρουμε από τη στέρησή της. Όταν όμως δεν υποφέρουμε,
δεν χρειαζόμαστε πια την ηδονή (γιατί την έχουμε).

Και για τούτο θεωρούμε την ηδονή και αρχή και τέλος της μακάριας ζωής. Γιατί την αναγνωρίζουμε σαν πρώτο αγαθό σύμφυτο μ' εμάς, και από αυτήν ξεκινά κάθε προτίμηση
και αποφυγή και σ' αυτήν καταλήγουμε, έχοντας
το συναίσθημα σαν κανόνα για να κρίνουμε κάθε αγαθό.
Και επειδή αυτή είναι το πρώτο και έμφυτο αγαθό,
γι' αυτό και δεν επιδιώκουμε κάθε ηδονή, αλλά μερικές φορές πολλές ηδονές τις ξεπερνούμε, όταν από αυτές
μας προκύπτουν μεγαλύτερες ενοχλήσεις.

Κατά τον ίδιο τρόπο, πολλούς πόνους τους θεωρούμε ανώτερους από πολλές ηδονές, εφ' όσον ακολουθεί μεγαλύτερη ηδονή, όταν υπομείνουμε πολύ χρόνο τους πόνους. Κάθε ηδονή, λοιπόν, επειδή έχει συγγενική φύση
με εμάς είναι καλό, δεν προτιμάται όμως κάθε ηδονή.
Όπως ακριβώς κάθε πόνος είναι κακό, όμως από τη φύση του δεν είναι αποφευκτός κάθε πόνος.
 Όλα όμως αυτά επιβάλλεται να κριθούν με συγκριτική μεταξύ τους κλίμακα και προσεχτικό καταλογισμό
του τι είναι από τα συμφέροντα και του τι δεν είναι.
Γιατί μερικές φορές χρησιμοποιούμε το μεν αγαθό
σαν κακό, το δε κακό αντίθετα σαν καλό.

Και την αυτάρκεια τη θεωρούμε μεγάλο αγαθό, όχι για να χρησιμοποιούμε πάντοτε τα λίγα, αλλά για να αρκούμαστε στα λίγα αν δεν έχουμε πολλά, με πλήρη πεποίθηση, ότι με μεγάλη ευχαρίστηση απολαμβάνουν την πολυτέλεια αυτοί που την έχουν ελάχιστα ανάγκη και ότι κάθε τι φυσικό είναι ευκολοπόριστο, ενώ το περιττό δυσκολοπόριστο.
Και τα λιτά γεύματα δίνουν την ίδια ευχαρίστηση με τα πολυτελή δείπνα όταν εξαλείφουν τελείως όλο τον πόνο
που προέρχεται από την έλλειψη. Και το ψωμί και το νερό προκαλούν τη μεγαλύτερη ευχαρίστηση, εφ'όσον τα παίρνει κάποιος.. όταν τα έχει ανάγκη.

Το να συνηθίζει κανείς σε απλή και όχι πολυτελή διατροφή και στην υγεία του είναι ωφέλιμο και στις αναγκαίες του βίου ενασχολήσεις τον κάνει ακούραστο..  και όταν, λοιπόν, κατά διαστήματα καταλήγουμε σε πολυδάπανες δίαιτες,
τις απολαμβάνουμε καλύτερα.. και απέναντι στις μεταπτώσεις της τύχης μας κάνει άφοβους.

Όταν, λοιπόν, λέμε ότι η ηδονή είναι σκοπός της ζωής,
δεν εννοούμε τις ηδονές των ασώτων ή αυτές των απολαύσεων, όπως θεωρούν μερικοί που αγνοούν
ή δεν παραδέχονται ή (είναι) κακώς πληροφορημένοι ,
λέμε ότι, ηδονή είναι.. το να μην πονάει κανείς στο σώμα ούτε να ταράσσεται στην ψυχή.
Γιατί δεν είναι τα μεθύσια και οι αδιάκοπες διασκεδάσεις ούτε οι απολαύσεις αγοριών και γυναικών, ούτε όσα προσφέρει ένα πολυτελές τραπέζι ψαριών και των άλλων, εκείνα που γεννούν την ευχάριστη ζωή,
αλλά ο  ν η φ ά λ ι ο ς  λ ο γ ι σ μ ό ς  που ερευνά στο βάθος
τις αιτίες για κάθε προτίμηση ή αποφυγή,
και που  δ ι ώ χ ν ε ι  τις δ ο ξ α σ ί ε ς εκείνες
που είναι η αιτία να κυριεύει τις ψυχές μεγάλη ταραχή.

Αρχή όλων αυτών και το μέγιστο αγαθό είναι η Φρόνηση.
Γι' αυτό και πολυτιμότερο από τη φιλοσοφία είναι
η Φρόνηση, διότι απ' αυτήν έχουν βγει, όλες οι υπόλοιπες αρετές και επειδή διδάσκει.. ότι δεν είναι δυνατόν
να ζει κανείς ευχάριστα, χωρίς να ζει φρόνιμα και ηθικά
και δίκαια, ούτε είναι δυνατόν να ζει κανείς φρόνιμα
και ηθικά και δίκαια χωρίς να ζει ευχάριστα.

Γιατί οι αρετές έχουν φυτρώσει από την ίδια ρίζα με την ευχάριστη ζωή και η ευχάριστη ζωή είναι αχώριστη από αυτές. Γιατί ποιος νομίζεις ότι είναι ανώτερος από αυτόν που έχει σωστές απόψεις για τον θεό και ο οποίος έχει λυτρωθεί τελείως από το φόβο του θανάτου και ο οποίος έχει συνειδητοποιήσει το σκοπό που έθεσε η φύση και..
ο οποίος πιστεύει πόσο εύκολα μπορεί να αναζητηθεί
και να επιτευχθεί το ύψιστο αγαθό και πόσο η διάρκεια
ή η ένταση των δεινών είναι σύντομη;

Την δε ειμαρμένη (Μοίρα,) που προτείνουν μερικοί
ως κυρίαρχο των πάντων, πόσο αυτός κοροϊδεύει βεβαιώνοντας ότι μερικά κατ' ανάγκη συμβαίνουν,
άλλα κατά τύχη κι άλλα από εμάς, επειδή βλέπει ότι
η μεν ανάγκη είναι ανεύθυνη η δε τύχη άστατη,
η δική μας όμως δραστηριότητα είναι ελεύθερη,
γι' αυτό από τη φύση του είναι να υπόκειται σε μομφή
ή να επαινείται, γιατί είναι προτιμότερο να ακολουθούμε
το μύθο και τους θεούς παρά να υποτασσόμαστε στην ειμαρμένη των φυσικών φιλοσόφων. Γιατί ο μύθος για τους θεούς αφήνει να διαφαίνεται κάποια ελπίδα εξιλέωσης με τη μεσολάβηση της τιμής προς τους θεούς. Η ειμαρμένη εμφανίζει την ανάγκη να μη γνωρίζει εξιλέωση.

Την τύχη ούτε θεό την θεωρεί, όπως την θεωρούν οι πολλοί, γιατί από τον θεό τίποτα δεν γίνεται άτακτα, ούτε την θεωρεί αβέβαιη έστω αιτία, γιατί δεν πιστεύει ότι από αυτή παρέχεται το αγαθό ή το κακό για την μακαριότητα των ανθρώπων, παρ' όλο που δημιουργεί την αφετηρία για μεγάλα αγαθά ή κακά.
Πιστεύει, λοιπόν, ότι είναι καλύτερο να ατυχήσει κανείς μετά από σωστή σκέψη, παρά να ευτυχήσει παράλογα.
Διότι είναι καλύτερο στις πράξεις των ανθρώπων εκείνο
που σωστά επιλέχθηκε να αποτύχει, παρά εκείνο που κακώς επιλέχθηκε να πετύχει λόγω τύχης.

Να μελετάς, λοιπόν, αυτά τα συγγενικά με αυτά, μέρα και νύχτα μόνος σου ή μαζί με όμοιον με σένα και ποτέ ούτε
στον ύπνο σου ούτε στον ξύπνιο σου θα διαταραχθείς,
θα ζήσεις δε σαν θεός μεταξύ των ανθρώπων.
Γιατί δεν μοιάζει καθόλου με θνητό ζώο ο άνθρωπος
που ζει ανάμεσα σε αθάνατα αγαθά."


Ε Π Ι Κ Ο Υ Ρ Ο Σ
(341-270 π.Χ.)